La Sindrome Di Stendhal (Το Σύνδρομο Του Σταντάλ) (1996)

Αβατάρι χρήστη
Χήθκλιφ
Ονειρευτής
Αναρτήσεις: 403
Εγγραφή: 30 Σεπ 2013, 03:14

La Sindrome Di Stendhal (Το Σύνδρομο Του Σταντάλ) (1996)

Ανάρτησηαπό Χήθκλιφ » 20 Οκτ 2015, 08:01

Image

Τίτλος: La sindrome di Stendhal
Διεθνής τίτλος: The Stendhal syndrome
Ελληνικός τίτλος: Το σύνδρομο του Σταντάλ
Έτος παραγωγής: 1996
Σκηνοθέτης: Dario Argento
Σενάριο: Dario Argento
Πρωτότυπη μουσική: Ennio Morricone
Ηθοποιοί: Asia Argento, Thomas Kretschmann, Marco Leonardi, Paolo Bonacelli, Julien Lambroschini.
Διάρκεια: 120'


Υπόθεση
Ακολουθώντας αντίστροφα τα βήματα ενός βιαστή - δολοφόνου που τρομοκρατεί την Ιταλία, η νεαρή αστυνομικίνα Άννα Μάνι οδηγείται από την Ρώμη στην Φλωρεντία ώστε να συλλέξει στοιχεία για τα αρχικά θύματα. Λίγο μετά την άφιξη της, μια ανώνυμη πληροφορία την κατευθύνει στην πινακοθήκη Ουφίτσι και δρώντας παρορμητικά σπεύδει να την επαληθεύσει, μόνη.

Ενώ κινείται ανάμεσα στο συσσωρευμένο πλήθος παρατηρώντας τα πρόσωπα, αισθάνεται τα πάντα παράξενα διογκωμένα. Κοιτάζει τα εκθέματα με δέος και εντεινόμενη ταραχή καθώς η αντίληψη του περιβάλλοντος σταδιακά παραμορφώνεται. Οι πίνακες μοιάζουν να ζωντανεύουν ανησυχητικά μπροστά της, έως ότου κατακλύζεται από μία αλλόκοτη εμπειρία αφομοίωσης μόλις αντικρίζει ένα έργο του Μπρέγκελ. Τότε λιποθυμά.

Αφού συνέρχεται, αδυνατεί να θυμηθεί ποια είναι και γιατί βρίσκεται εκεί. Ένας άνδρας την πλησιάζει, πρόθυμος να την βοηθήσει· δείχνει να γνωρίζει τι της συνέβη και υπαινίσσεται την ύπαρξη συνάφειας μεταξύ τους. Η όψη του της φαίνεται ανεπαίσθητα γνώριμη όμως η σύγχυση στο νου της την εμποδίζει να σκεφτεί καθαρά.

Όταν, ανακτώντας την μνήμη της, συνειδητοποιεί την ταυτότητα του, αποτελεί ήδη το επόμενο θύμα και αντικείμενο της αρρωστημένης εμμονής του...


Άποψη
Έχοντας υποκύψει με αμφίθυμα αποτελέσματα σε πιέσεις των κινηματογραφικών στούντιο κατά τη διάρκεια των χρόνων που εργάστηκε στην Αμερική, μετά την αποτυχία της τελευταίας του ταινίας, ο Αρτζέντο αποφασίζει να αναλάβει εξ' ολοκλήρου τον δημιουργικό έλεγχο της επόμενης δουλειάς του δίχως συμβιβασμούς και καλλιτεχνικές υποχωρήσεις για να ικανοποιήσει κοινό και διανομείς. Σε αυτή την τελματώδη περίοδο, βρίσκει τις σπίθες που θα πυροδοτήσουν την φλόγα της έμπνευσης στην τυχαία ανάγνωση ενός άρθρου όπου γίνεται λόγος για το σύνδρομο του Σταντάλ. Το περιεχόμενο ανασύρει την ανάμνηση από ένα δικό του βίωμα και με αφυπνισμένο ενδιαφέρον αναζητά περισσότερα στοιχεία, ανακαλύπτοντας έτσι το σύγγραμμα της Ιταλίδας ψυχιάτρου Γκρατσιέλα Μαγκερίνι με τον εύλογο τίτλο «La sindrome di Stendhal».

Ο όρος εισήχθη από την ίδια για να υποδηλώσει μια αμφιλεγόμενη ψυχοσωματική διαταραχή, μια κατάσταση σαγήνης που δύναται να επιφέρει η επαφή με έργα Τέχνης εκθαμβωτικής ομορφιάς, προκαλώντας ταχυπαλμία, σύγχυση, αποπροσανατολισμό έως απώλεια των αισθήσεων, παραισθήσεις και συναισθηματικές μεταπτώσεις - συμπτώματα που πρώτος κατέγραψε ο Γάλλος συγγραφέας Σταντάλ περιγράφοντας την παράξενη εμπειρία του μπροστά στις νωπογραφίες του Τζιότο στην Φλωρεντία.

Image

Η τελειότητα της Τέχνης - τόσο εκτυφλωτικής και τόσο πανίσχυρης ώστε μπορεί να αποδειχτεί επικίνδυνη για τον εκστατικό θεατή που σαν μαγεμένη πεταλούδα έλκεται από το πύρινο φως της...(;) Αντικείμενο αμφισβήτησης το αν αποτελεί πραγματική διαταραχή, αυτή η σχεδόν εξωπραγματική ασθένεια ήταν επόμενο να συνδαυλίσει την φαντασία ενός σκηνοθέτη που γοητεύεται από το αλλόκοτο· διαθλασμένη μέσα από την παραμορφωτικά σκοτεινή ματιά του Αρτζέντο, θα γίνει το προσάναμμα για ένα βάναυσο ψυχολογικό θρίλερ αποκρουστικής ομορφιάς που καίγεται και καίει με ψυχρή φωτιά.

Σηματοδοτώντας μια διπλή επιστροφή - στην πατρίδα του την Ιταλία και ταυτόχρονα στην καλλιτεχνική ελευθερία, η δέκατη τέταρτη σκηνοθετική του δουλειά έμελλε να αποδειχτεί η πιο θαρραλέα και θηριώδης δημιουργία του - πληρώνοντας ωστόσο το τίμημα της τόλμης. Αφού δίχασε ακόμη και τους ένθερμους θαυμαστές του, κρίθηκε ως κατώτερη και μη αντιπροσωπευτική προσθήκη στην φιλμογραφία του, αποκτώντας στην πορεία μια αόριστα αρνητική φήμη. Ρεαλιστικά ωμή, διαφοροποιείται κατάδηλα από τις φετιχιστικά αιματηρές, εικονολάγνες δημιουργίες του παρελθόντος που, μολονότι υποδείγματα κομψότητας και σκηνοθετικής μαεστρίας, ποτέ δεν επένδυαν στους χαρακτήρες και το ψυχικό τους φορτίο εμφανίζοντας δυσανάλογα σεναριακά ελλείμματα. Αντίθετα εδώ, το αίμα δεν αποτελεί μία φανταχτερή πορφυρή πινελιά που κυλά περίτεχνα χρωματίζοντας υπνωτιστικά το κάδρο· είναι αληθινό και προκαλεί ναυτία ενώ ο πόνος - ψυχικός και σωματικός, σαν δυσώδης κακοφορμισμένη ουλή γίνεται αφόρητα αισθητός. Θεματολογικά και οπτικά ενοχλητική, «Το σύνδρομο του Σταντάλ» αποποιείται την αισθητική της στιλιστικής βίας για να αποτελέσει κάτι τόσο άμεσο και προκλητικό όσο εσωστρεφές και περίπλοκο. Μια αυτοκαταστροφική κάθοδο στην κόλαση που κρύβει ο καθένας μέσα του.

Η ταινία ανοίγει με την κάμερα να παρακολουθεί την Άννα από απόσταση προξενώντας μια ασαφή αίσθηση λαθροβλεψίας στον θεατή· την ακαθόριστη ενοχική εντύπωση πως είναι το δικό του αδιάκριτο βλέμμα που την παρατηρεί εν' αγνοία της. Ωστόσο η οπτική αυτή σύντομα μετατοπίζεται, σε μία εσκεμμένη απόπειρα αποσταθεροποίησης του κοινού, ώστε να δει τον κόσμο μέσα από τα μάτια της ηρωίδας - ρευστό, αλλοιωμένο, απειλητικό. Το συναρπαστικό εισαγωγικό μισάωρο ρέει ηλεκτρισμένο σαν σουρεαλιστικός εφιάλτης, με ελάχιστο διάλογο αφήνοντας την εικόνα και την μουσική να μιλήσουν ηχηρά. Η περίπλοκη και χαοτική αφήγηση δίνεται με μία ακολουθία από παραισθησιογόνες σεκάνς και περίεργες γωνίες λήψεις συνιστώντας μια παραληρηματική μυσταγωγία στον τρόμο που αναμένεται να φανερωθεί με το αγγελικό πρόσωπο ενός κτηνανθρώπου.

Θελγόμενος από την Άννα και την ιδιαιτερότητα της (που κατά κάποιον τρόπο την καθιστά ένα έμψυχο έργο Τέχνης) ο Αλφρέντο φορά την αθώα του μάσκα και εκμεταλλεύεται την ψυχολογική της αστάθεια ως μέσο προσέγγισης και χειρισμού. Πίσω όμως από το ευγενικό πρόσωπο με το βελούδινο χαμόγελο κρύβεται ο απύθμενος μισογυνισμός ενός σαδιστή ο οποίος, μέσα από την ταπείνωση και την σεξουαλική βία, αντλεί την ικανοποίηση και την επιβεβαίωση που απαιτεί ο σαρκοφάγος ναρκισσισμός του.

Image

«Τα έργα Τέχνης ασκούν δύναμη πάνω μας, τα μεγάλα έργα Τέχνης ασκούν μεγάλη δύναμη» με αυτά τα λόγια την τραβά στο σκοτεινό δαιδαλώδες τούνελ που ξαφνικά ανοίγεται μπροστά της και το οποίο παρά τον φόβο της είναι υποχρεωμένη να διασχίσει αφού, όπως συμβαίνει συνήθως στα όνειρα, δεν έχει άλλη επιλογή. Ο ίδιος βρίσκεται ήδη εκεί ως το αρχετυπικό τέρας που φωλιάζει στο βάθος του λαβυρίνθου· και την περιμένει. Όταν όμως φτάσει στο τέρμα του, αυτό που θα βρει μπορεί να είναι πολύ πιο γνώριμο και πιο τρομαχτικό.

Έτσι ξεκινάει η κατάδυση της ηρωίδας στα ανεξερεύνητα και εν δυνάμει επικίνδυνα σκοτάδια της Τέχνης και του ψυχισμού της καθώς το βίωμα στο μουσείο γίνεται ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην διαταραχή και την σεξουαλική της θυματοποίηση. Έκτοτε τα δύο γεγονότα ταυτίζονται χαράσσοντας βίαια μια αιμάτινη γραμμή που στο εξής θα διαχωρίζει τραγικά το ανέμελο πριν από το ζοφερό μετά, σημαδεύοντας με ντροπή και πόνο μια ζωή που δεν θα είναι ποτέ πια ίδια.

Μετά την τεταμένη έναρξη οι ρυθμοί επιβραδύνονται και η σκηνοθεσία γίνεται πιο συγκρατημένη καθώς η ταινία εστιάζει στον ψυχολογικό αντίκτυπο όσων συνέβησαν. Το περιστατικό αφήνει την Άννα τραυματισμένη, με συναισθήματα αυτο - απέχθειας, ανασφάλειας, και συσσωρευμένου θυμού ενώ παράλληλα δείχνει να εμφορείται από νεοαποκτηθέντα μισανδρισμό. Στην προσπάθεια της να απεκδυθεί τον ρόλο του αδύναμου θύματος υιοθετεί μία ανδρόγυνη περσόνα. Κόβει τα μαλλιά της σε μια συμβολική θυσία της θηλυκότητας και της ευαλωτότητας που αυτή συνεπάγεται, αντικαθιστά τα φορέματα με ανδρικά πουκάμισα και ξεκινά μαθήματα πυγμαχίας θέλοντας να εγκολπωθεί την επιθετικότητα και την δύναμη των αρσενικών. Κατά τη διάρκεια των προπονήσεων γίνεται φανερή η λαχτάρα της να μετατραπεί η ίδια σε πηγή σωματικής βίας από ανυπεράσπιστος δέκτης, εκτονώνοντας την κοχλάζουσα οργή και οχυρώνοντας τον εαυτό της για μια ενδεχόμενη νέα αναμέτρηση με τον Αλφρέντο - καθώς αντιλαμβάνεται πως σκόπιμα την άφησε να ζήσει.

Τα ψυχικά σημάδια ωστόσο είναι δύσκολο να τα αντιμετωπίσει και στρέφεται στον φυσικό πόνο σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να ελέγξει την εσωτερική οδύνη που την καταβάλλει και της επιστρέφει σαν καθρέφτισμα όλη την τρωτότητα από την οποία παλεύει να απελευθερωθεί. Πέρα όμως από μηχανισμός διαχείρισης, η πρόκληση σωματικού πόνου λειτουργεί ως εύγλωττη αυτοτιμωρία επειδή βιάσθηκε - επειδή είναι γυναίκα.

Εξ' αρχής η Άννα δεν παρουσιάζεται ως απόλυτα ισορροπημένος χαρακτήρας· η εύθραυστη ψυχολογία της χωρίς να δηλώνεται άμεσα, υπονοείται με λεπτές αλλά σαφείς ενδείξεις. Η σιωπηρή, άτεγκτη σχέση με τον πατέρα, η απουσία της μάνας και η έλλειψη επικοινωνίας με τους δύο αδελφούς, αφήνουν να διαφανεί μια δύσκολη και μοναχική παιδική ηλικία που άφησε σαθρά τα θεμέλια του ψυχισμού της παρά την προσπάθεια οικοδόμησης μιας υγιούς και συγκροτημένης αυτοεικόνας. Τώρα που η τραυματική εμπειρία έσπασε το λεπτό προστατευτικό κάλυμμα, το χάσκον κενό μέσα της προβάλλει απειλώντας να την καταβροχθίσει. Παρόλο που επιχειρεί να μετουσιώσει το οδυνηρό βίωμα σε δική της Τέχνη, επιζητώντας την κάθαρση πάνω στον ζωγραφικό καμβά, καταλήγει να αποτυπώνει μονάχα τον πόνο με τεράστια στόματα - αιδοία που ουρλιάζουν βουβά.

Image

Κάθε αναμέτρηση την αφήνει πολλαπλώς λαβωμένη κι όμως, η επιβεβλημένη θέση του θύματος δεν μπορεί να την μετατρέψει σε θύμα. Με ακατάβλητο σθένος αντλούμενο από φλεγόμενο πόθο για εκδίκηση, καταφέρνει να αναγεννάται από τις στάχτες της αφήνοντας πίσω τα φθαρμένα κομμάτια της. Η Άννα επανεφευρίσκει διαρκώς τον εαυτό της· ενδυόμενη διαφορετικές ταυτότητες, αλλάζει προσωπικότητα και πρόσωπα βρίσκοντας εν' τέλει την δύναμη σε εκείνο που φοβόταν και μισούσε. Σε αυτό το εφιαλτικό ταξίδι μετάβασης μέσα από εσωτερικά ερέβη η αλλαγή είναι τόσο φυσική όσο ψυχολογική και καθώς αποτινάζει σιγά σιγά την ιδιότητα του θύματος καταλήγει τελικά στην άλλη πλευρά του καθρέφτη.

Όταν πλέον ο εφιάλτης μοιάζει να έχει τελειώσει, το τρίτο μέρος, λουσμένο κατά το ήμισυ στον ευφορικό φωταυγή ήλιο, και στο μυστηριώδες κυανό σελάγισμα του λυκόφωτος, θυμίζει πως τα πάντα έχουν δύο όψεις ενώ τόσο το φως, όσο το σκοτάδι δεν μπορούν να οριστούν χωρίς το αντίθετό τους. Άλλωστε, το ίδιο έχουν υπαινιχθεί ήδη οι διάσπαρτοι συμβολισμοί που «παίζουν» με τα μοτίβα της μεταμόρφωσης και της δυαδικότητας, όπως οι μορφές των κεντρικών χαρακτήρων συχνά αντικατοπτρίζουν η μία την άλλη, αλληλένδετες στο ίδιο πλάνο.

Στον ιδιαίτερα επαχθή και ψυχικά επώδυνο πρωταγωνιστικό ρόλο η Άσια Αρτζέντο είναι εμβληματική, αποδυόμενη με αυτοεγκατάλειψη σε μία πολύπλευρη και απόλυτα γενναία ερμηνεία - ίσως την καλύτερη της καριέρας της. Αινιγματική και χαμαιλεοντική, από αιθέρια και εύθραυστη ύπαρξη μετατρέπεται με θαυμαστή δεινότητα σε πολεμοχαρή, αμφίφυλη φιγούρα για να αναδιαμορφωθεί εν' τέλει σε μυστηριώδες υπέρ - θηλυκό βυθοδρομώντας στις πιο σκοτεινές εσοχές της ψυχής. Ο Τόμας Κρέτσμαν υποδύεται τον διεστραμμένο ψυχοπαθή με αυταρέσκεια και υπερχειλίζουσα βαρβαρότητα, δίνοντας μια πυρετώδη, ανατριχιαστική ερμηνεία, ανησυχητικά αληθοφανή. Ο κινηματογραφικός του χρόνος είναι μικρός, αφήνει όμως πίσω του εικόνες τόσο έντονα ειδεχθείς που γράφουν ανεξίτηλα στοιχειώνοντας την μνήμη. Οι μεταξύ τους σκηνές της σεξουαλικής επίθεσης προκαλούν αποστροφή και αμηχανία σε ίσο βαθμό καθώς, πέρα από την βιαιότητα που απεικονίζουν, αναδίδουν έναν εναγή, νοσηρό ερωτισμό που τις καθιστά ακόμα πιο δυσάρεστες.

Η «στοιχειωμένη» μουσική επένδυση (υπογεγραμμένη από τον Ένιο Μορικόνε) υπογραμμίζει έκρυθμα όσα εκτυλίσσονται στην οθόνη αλλά και στον διασαλευμένο νου της πρωταγωνίστριας. Απόκοσμη και δυσοίωνη, μοιάζει να γεννά ακουστικές ψευδαισθήσεις μεταφράζοντας περίτεχνα σε ήχους τα συμπτώματα της διαταραχής που την κατατρύχουν.

Παρά την αποστασιοποιημένη ψυχρότητα της σκηνοθεσίας, η ταινία επιδεικνύει εντυπωσιακό βάθος αντιμετωπίζοντας με την δέουσα σοβαρότητα και ευαισθησία ένα απαιτητικό και δύσκολο θέμα. Το απρόσμενα λεπτοδουλεμένο και πυκνό σενάριο μας προσφέρει τον πιο ολοκληρωμένο δραματικά χαρακτήρα που έπλασε ποτέ η πένα του Αρτζέντο σε μία δημιουργία, όπου η ιδιότητα του ως σεναριογράφου μπορεί να σταθεί υπερήφανα δίπλα σε εκείνη του σκηνοθέτη - καλλιτέχνη.

Μία ψυχοφθόρα καταβύθιση στην φρίκη της σεξουαλικής κακοποίησης και ανατομία μιας ακρωτηριασμένης ψυχής· ζωής. Άκρατα σκοτεινή και επίπονη μα ανυποχώρητα σαγηνευτική.

*Η μεταγλώττιση της ταινίας στα αγγλικά είναι επιεικώς φρικτή, υπονομεύει το συνολικό αποτέλεσμα και την εμπειρία της θέασης. Προτιμήστε την ιταλική εκδοχή (που αξιοποιεί την φωνή, συνεπώς ολόκληρη την ερμηνεία, της Άσια Αρτζέντο) ή έστω οποιαδήποτε άλλη. Το τρέιλερ δεν είναι διαθέσιμο στα ιταλικά επέλεξα λοιπόν το γαλλόφωνο.

Τρέιλερ

"Parce que moi je rêve, moi je ne le suis pas.."

Επιστροφή “δεκαετία του 1990”

Ποιος είναι συνδεμένος

Χρήστες που περιηγούνται σε αυτό το φόρουμ: Δεν υπάρχουν εγγραμένοι χρήστες και 1 επισκέπτες